Ο δημιουργός κοιτούσε την κενή οθόνη. Δύο ακόμα οθόνες, αριστερά και δεξιά του, παρέμεναν αναμμένες όλη τη νύχτα και κενές. Στο μεγάλο γραφείο, τα αποτσίγαρα είχαν δημιουργήσει ένα μικρό βουνό στο τασάκι, και κάποια από αυτά είχαν πέσει στο πάτωμα. Κούπες με ξεραμένα υπολείμματα καφέ και άδεια αλουμινένια κουτάκια δυναμωτικού ποτού συμπλήρωναν την εικόνα του χάους πάνω στο έπιπλο. Το υπόλοιπο δωμάτιο ήταν σε χειρότερη κατάσταση. Αποκομμένο από τους νυχτερινούς ήχους της πόλης και την πνιγηρή οσμή της αποσυντεθημένης υγρασίας με τη βοήθεια ερμητικά κλειστών παραθύρων, φωτιζόταν αμυδρά από ένα σκονισμένο φωτιστικό δαπέδου. Χαρτιά ατάκτως αφημένα σε καρέκλες και τραπεζάκια, ένας σχεδιαστικός πάγκος με περισσότερα σκουπίδια απ’ ό,τι σχέδια και τρία γεύματα φούρνου μικροκυμάτων σε διαφορετικά στάδια αφυδάτωσης και αποσύνθεσης.
Ο δημιουργός είχε κολλήσει. Μέρες τώρα, έστυβε το μυαλό του μπροστά στον υπολογιστή και πάνω από κενές σελίδες, και τίποτα μα τίποτα δεν του ερχόταν στο μυαλό. Προσπάθησε να φέρει στο μυαλό του όσες ταινίες είχε δει και του άρεσαν, και όσα βιβλία θυμόταν ότι διάβασε, αλλά πάντα κατέληγε σε κάτι που έμοιαζε τρομακτικά με κάτι άλλο που κυκλοφορούσε ήδη στην αγορά. Το εύρος επιλογών έμπνευσης για μία ενήλικη εμπειρία είχε συρρικνωθεί τρομακτικά.

Ξάφνου στα κουρασμένα μάτια του σχεδιαστή έλαμψε μια σπίθα και το αποχαυνωμένο βλέμμα του αντικαταστάθηκε από μία αρχόμενη έξαψη.
«Και τι θα συνέβαινε αν παρουσίαζα μία παιδική ιστορία μέσα από ένα ενήλικο και βίαιο φίλτρο, ιδωμένο από σκοπιές που δεν φαντάστηκε ακόμα κανείς;» αναρωτήθηκε φωναχτά και με ενθουσιασμό
. «Για παράδειγμα θα μπορούσα…» Η σκέψη του διεκόπη απότομα, γιατί με την άκρη του ματιού του, έπιασε μία φευγαλέα κίνηση, από μία μεριά του δωματίου η οποία είχε να ξεσκονιστεί πολλά χρόνια. Και πίσω από μία στίβα βιβλίων προγραμματισμού εμφανίστηκε ένας άσπρος κούνελος, που αφού έφτασε στη μέση του ακατάστατου χώρου, σιγοστάθηκε, έβγαλε το ρολόι του και απελπισμένος αναφώνησε:
«Ω Θεέ μου, έχω αργήσει. Θα φτάσω αργοπορημένα στο ραντεβού μου με την εκδότρια εταιρεία!». Και με έναν πήδο, εξαφανίστηκε μέσα στη δεξιά οθόνη του γραφείου.
Ο δημιουργός κοκάλωσε για ελάχιστες στιγμές, μη πιστεύοντας αυτό που μόλις είχε δει, αλλά σχεδόν αμέσως, ένας συναγερμός χτύπησε μέσα στο κεφάλι του. «Ή αρχίζεις και αναρωτιέσαι για τα λογικά σου, ή πιάνεις την ευκαιρία από τα… αυτιά» μονολόγησε και με μία αδιανόητη πιρουέτα βούτηξε και αυτός στη δεξιά οθόνη. Βρέθηκε να πέφτει σε μία χαώδη τρύπα στην οποία δεν μπορούσε να διακρίνει τον πάτο, αλλά έπεφτε με πολύ αργό ρυθμό. Έτσι με άνεση μπορούσε να διακρίνει τα τοιχώματα του περίεργου αυτού πηγαδιού.

Τα τοιχώματα αποτελούνταν από ράφια με όλων των ειδών τα παιχνίδια. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν παιχνίδια πολέμου, βολών πρώτου προσώπου, παιχνίδια με ανούσια mini games, και ανακυκλώσεις των ίδιων και των ίδιων ιδεών, από τις οποίες είχε εδώ και τόσο καιρό στερέψει η βιομηχανία. Σε μια γωνίτσα των ραφιών πλημμυρισμένη από ένα περίεργο φως, στεκόταν μία σειρά παιχνιδιών με άγνωστα ονόματα, στηριγμένα σε φρέσκες ιδέες και πρωτότυπους μηχανισμούς. Τα διαφανή όμως όντα που στεκόταν μπροστά στα ράφια και διάλεγαν αχόρταγα παιχνίδια, δεν πλησίαζαν πολύ προς τη μεριά εκείνη, και έτσι αυτή παρέμενε λαμπερή μεν, άθικτη δε.
Προσγειώθηκε απότομα σε ένα μικρό τακτοποιημένο δωμάτιο στη μέση του οποίου υπήρχε ένα μικρό τραπεζάκι από γυαλί. Ο κούνελος ήταν άφαντος, και γύρω γύρω στο δωμάτιο υπήρχαν πόρτες όλων των μεγεθών που όμως ήταν όλες κλειδωμένες, όπως με απογοήτευση διαπίστωσε ο νεαρός. Μία σκέψη πέρασε τότε από το μυαλό του, και γύρισε να κοιτάξει την επιφάνεια του τραπεζιού. Όμως εκεί δεν υπήρχε τίποτα. «Περίεργο», σκέφτηκε. «Και ήμουν απόλυτα βέβαιος ότι κάτι θα έπρεπε να βρώ».

Προβληματισμένος, κάθισε οκλαδόν μην ξέροντας τι να κάνει, και τότε ένιωσε στην πίσω τσέπη κάτι να τον πιέζει. Σηκώθηκε και από την τσέπη έβγαλε ένα κλειδί. Ήταν ένα περίεργο κλειδί με διάφορα σύμβολα χαραγμένα πάνω του και σκουριασμένο. Υπήρχαν και λεκέδες πάνω στο μέταλλο, αλλά ο δημιουργός δεν ήθελε να σκεφτεί από τι μπορεί να είναι. Κοίταξε τριγύρω του και παρατήρησε προσεκτικά τις πόρτες. Το κλειδί θα μπορούσε να ταιριάζει μόνο στην αριστερή, της οποίας το ξύλο ήταν διαβρωμένο, είχε χρόνια να βαφτεί, και το μάνταλο είχε κολλήσει από την αχρηστία. Έβαλε το κλειδί στην τρύπα και μετά από πολύ προσπάθεια κατάφερε να το γυρίσει. Έσπρωξε την πόρτα και αυτή άνοιξε με ορμή χτυπώντας εκκωφαντικά στον τοίχο πίσω της.
Όλοι οι άνεμοι της κολάσεως ξεχύθηκαν από το κατώφλι και ο σχεδιαστής βρέθηκε να κοιτάει από την άκρη ενός χάσματος. Αυτό που έβλεπε ήταν εξωφρενικό. Δεκάδες κόσμοι αλληλοσυγκρούονταν μπροστά στα μάτια του. Πράσινες εκτάσεις με φανταχτερά χρώματα έδιναν τη θέση τους σε άγονες περιοχές γεμάτες εχθρούς. Ένα Ιπτάμενο Εργοστάσιο Ρολογιών αιωρούταν πάνω από το κεφάλι του και κάτω από τα πόδια του έχασκε μία υποθαλάσσια άβυσσος γεμάτη ναυάγια και τρομερούς κινδύνους.

Στα δεξιά του, ένα κάστρο φτιαγμένο από τραπουλόχαρτα έστεκε παράλογα κόντρα σε έναν λυσσαλέο άνεμο, και στο βάθος το
Big Ben του Λονδίνου φαινόταν σαν μία τεράστια σκιά. Στη μέση αυτού του χάους υπήρχε μια αιωρούμενη νησίδα, πάνω στην οποία ένα σπίτι καιγόταν. Μέσα από το σπίτι ακούγονταν τρομακτικές κραυγές, και στο κατώφλι του σπιτιού στεκόταν ένα μικρό κοριτσάκι με κορακίσια μαλλιά και μεγάλα πράσινα μάτια, πλημμυρισμένα από δάκρυα.
«Βοήθησέ με» του φώναξε η μικρούλα.
«Ο κόσμος μου καταστρέφεται και δε μπορώ να κάνω τίποτα»...[more]